Connect with us

ΤΟΠΙΚΑ

«Παναγιώτα», αντίο και …ευχαριστούμε!!!

Έκλεισε, το ιστορικό κατάστημα της Σπάρτης «ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ»

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Κάθε παραμύθι, όσο μεγάλο και όσο όμορφο κι αν είναι, κάποτε τελειώνει.

Έτσι τέλειωσε και το παραμύθι της Παναγιώτας της Σπάρτης. Μόνο που αυτό δεν ήταν παραμύθι αλλά μια πραγματική ζωή κι ένας διαρκής αγώνας απ’ τα χαμηλά για τα ψηλά..

Το παραμύθι άρχισε όταν στα 1938 ένα μικρό, λιγνό κοριτσάκι με κοτσίδες, η Παναγιώτα Παυλίδη,  6 χρόνων, βρέθηκε από την Καλαμάτα στη Σπάρτη, μαζί με τον παππού, τη γιαγιά, τον θείο της τον Ιορδάνη και τον αδερφό της τον Παναγιώτη, γυρεύοντας την καλή τους Μοίρα που τους είχε αρνηθεί. Απάγκιασαν σ’ ένα μικρό, φτωχικό καμαράκι κοντά στην πλατεία της Σπάρτης κι όλοι μαζί ρίχτηκαν στη βιοπάλη για να ζήσουν. Μαζί και η 6χρονη Παναγιώτα. Από την πρώτη μέρα που πάτησε στη Σπάρτη, βγήκε στους δρόμους μ’ ένα κασελάκι κρεμασμένο στο λαιμό της, πουλώντας μύγδαλα στους περαστικούς. Ούτε σχολείο, ούτε παιχνίδι, ούτε γιορτή, ούτε σκόλη, ούτε ξεκούραση καμιά. Δουλειά ανελέητη απ’ το πρωί ως το βράδυ.

Σαν μεγάλωσε λιγάκι, ο παππούς ο «Σάμαλης» της έφτιαξε ένα καρότσι, με τάβλες παλιές και ρόδες ποδηλάτου. Η Παναγιώτα έσπρωχνε το καρότσι φορτωμένο με ξηρούς καρπούς και καραμελικά στους δρόμους, στις γειτονιές και στην πλατεία της Σπάρτης κι όταν κουραζότανε γύριζε κι άραζε το καρότσι της στην πάνω γωνία στις καμάρες (απέναντι από του ΧΑΤΖΗ), καρτερώντας τους περαστικούς. Σαν βράδιαζε, η Παναγιώτα σφάλιζε κάπου το καρότσι της, περνούσε το κασελάκι στο λαιμό κι έβγαινε στην πλατεία και στα γύρω μαγαζιά, για να συμπληρώσει το μεροκάματο . Ήταν πια πολύ αργά το βράδυ όταν, κουρασμένη, σφάλιζε τα μάτια της, στρωματσάδα, στο μικρό φτωχικό καμαράκι, πλάι στον παππού, τη γιαγιά, τον αδερφό και το θείο της. Κι έρχονταν τότε τα όνειρα να δώσουν λίγο φως και ομορφιά στη ζωή της.

Κάποια στιγμή η μικρή Παναγιώτα ζήλεψε τ’ άλλα παιδιά και ζήτησε να πάει σχολείο για να μάθει γράμματα. Την έστειλε ο παππούς της στο νυχτερινό σχολείο της κυρα- Ρωξάνης. Έκλειναν όμως τα μάτια της Παναγιώτας και αποκοιμιότανε πάνω στο θρανίο από την κούραση, όλη μέρα στη δουλειά και στους δρόμους. Έτσι σταμάτησε το σχολείο και δεν έμαθε ποτέ γράμματα.

Όταν ήρθε ο πόλεμος του ’40 και η κατοχή η ζωή της Παναγιώτας έγινε ακόμα πιο δύσκολη και σκληρή. Όμως δε λύγισε ποτέ. Μέσα σ’ αυτό το λιγνό και ταλαιπωρημένο κορμάκι κρυβόταν μια μεγάλη και αδάμαστη ψυχή. Συνέχισε τον δικό της πόλεμο πασχίζοντας να μείνει ζωντανή. Με το κασελάκι στον λαιμό ή σπρώχνοντας το καροτσάκι πουλούσε ό,τι μπορούσε και ό,τι έβρισκε. Κι όταν ξέμενε, από πραμάτειες έκανε και το λουστράκι, γινότανε και βοηθός μανάβη στο παζάρι κι όποια άλλη δουλειά του ποδαριού έβρισκε. Στη μεγάλη πείνα της κατοχής έζησε με βελάνι που το στουμπανάγανε και κάνανε ψωμί, πήγαινε (μαζί με άλλα παιδιά) και στο παλιό Γυμνάσιο Αρρένων που μαγειρεύανε οι Ιταλοί και οι Γερμανοί να της δώσουνε κάνα κατσαρολάκι φαΐ απ’ το καζάνι, βοηθάγανε και οι γείτονες με λίγο λάδι, κάνα κομμάτι ψωμί, λίγες πατάτες…έζησε η Παναγιώτα.

Στα 1943 οι Γερμανοί μαζί με ντόπιους δωσίλογους συλλάβανε τον θείο της τον Ιορδάνη Κιρκινέζο για συμμετοχή στην Αντίσταση και τον εκτέλεσαν στο Μονοδέντρι, στη μεγάλη σφαγή των 118 Εθνομαρτύρων της Σπάρτης, στις 26 Νοεμβρίου 1943. Ήταν μόνο 17 χρόνων!!! Ήρθε στη Σπάρτη για μια καλύτερη ζωή και βρήκε τον θάνατο!

Ο Γολγοθάς της Παναγιώτας και της λαβωμένης οικογένειάς της συνεχίστηκε ΚΑΙ στον Εμφύλιο. Συνέχεια τον ανήφορο. Ούτε Σταύρωση βρίσκανε αλλά ούτε και Ανάσταση!

Με το τέλος του εμφυλίου, πέθανε ο παππούς της Παναγιώτας κι η γιαγιά της έφυγε για την Καλαμάτα, παίρνοντας μαζί της όλες τις οικονομίες του σπιτιού. Έτσι η Παναγιώτα με τον αδερφό της ξανάρχισαν από το μηδέν.

Διηγείται η Παναγιώτα:

-Πήγα στον Άγιο Νίκωνα. Δεν είχα μία δραχμή ν’ ανάψω ένα κερί και το άναψα βερεσέ. «Άγιε μου Νίκωνα», είπα, «βόηθα με και θα στο φέρω πίσω το κερί λαμπάδα !»

Βόηθησε ο Αγιο-Νίκωνας, βόηθησε και η ατσάλινη ψυχή της Παναγιώτας και τα φτερά ξαναβγήκαν στους ώμους της.

Το έμφυτο επιχειρηματικό της δαιμόνιο την έκανε να αναζητά νέους δρόμους και τρόπους δουλειάς. Η πραμάτεια στο καρότσι όλο και μεγάλωνε σε ποσότητα και σε είδος. Εκτός από τους ξηρούς καρπούς και τα καραμελικά έβαλε και παιχνίδια, μάσκες  καπέλα και κομφετί για τις απόκριες, τα Χριστούγεννα έβαζε μπαλόνια και στολίδια για τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, λαμπάδες και φαναράκια για το Πάσχα, σημαιούλες για τις Εθνικές Γιορτές  … ! Γενικά, καιροφυλακτούσε η Παναγιώτα πίσω από τις ευκαιρίες και τις ανάγκες του κόσμου, μ’ έναν τρόπο μοναδικά απλό όσο κι επιτυχημένο. Κι ο κόσμος ανταποκρινόταν και η δουλειά όλο και μεγάλωνε. Όλοι πια στη Σπάρτη γνώριζαν και σέβονταν την Παναγιώτα και το μαγικό καροτσάκι της, το  αραγμένο (νύχτα – μέρα, χειμώνα – καλοκαίρι, γιορτή- καθημερινή) εκεί , στη γωνία  Γκορτσολόγου και Λυκούργου στις «Καμάρες», απέναντι από του ΧΑΤΖΗ .

Τα καλοκαίρια έψηνε καλαμπόκια με μια φουφού και τους χειμώνες κάστανα στην είσοδο της στοάς ΚΟΥΡΣΟΥΜΗ, έξω από το καφενείο ΓΟΡΑΝΙΤΗ, ένα σημείο που είχε μεγάλη κίνηση, μιας και μέσα στη στοά λειτουργούσε, τότε, ο κινηματογράφος «ΑΤΤΙΚΟΝ» .

Τις Κυριακές που είχε ποδόσφαιρο πήγαινε η Παναγιώτα με το καρότσι της φορτωμένο σπόρια και ξηρούς καρπούς, στο γήπεδο:

-Στο Στάδιο, τις Κυριακές, όταν έπαιζε  η «ΑΜΙΛΛΑ» κι ο «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΟΣ», πήγαινα με το καρότσι. Είχε τόση δουλειά που άδειαζα και γέμιζα το καρότσι τρεις φορές. Και μου λέγανε: «Τι ομάδα είσαι , Παναγιώτα»; Κι εγώ απάνταγα ανάλογα, πότε «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΟΣ», πότε «ΑΜΙΛΛΑ». και είχα κάνει και δυο σωρούς ξηρούς καρπούς κι έλεγα: «ΑΜΙΛΛΑ» από δω … «ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΟΣ» από κει». Και παίρνανε ΟΛΟΙ. Του γερο-Σάμαλη οι ορμήνειες … Οι Κυριακές  ήταν η χαρά μας … πολλή δουλειά… !

Ύστερα πήρε και τις καντίνες των σινεμά ΡΕΞ και ΑΤΤΙΚΟΝ, πουλώντας ξηρούς καρπούς, σπόρια και πορτοκαλάδες στους θεατές, στα διαλείμματα.

Στα 1955 η Παναγιώτα Παυλίδη, παντρεύτηκε στον Αγιο-Νίκωνα με τον Δημήτρη Μανιάτη, βιοπαλαιστή στα μανάβικα και στο παζάρι της Σπάρτης. Την ώρα που έβγαινε απ’ την εκκλησία κρατώντας σφιχτά το χέρι του άντρα της, «άκουσε» η Παναγιώτα μια βαριά πόρτα που έγραφε πάνω της τη λέξη «ΔΥΣΤΥΧΙΑ» να κλείνει με πάταγο πίσω της και είδε, επιτέλους, να ανατέλλει μπροστά της εκείνος ο ήλιος, που τόσα χρόνια μάταια καρτερούσε για να ζεστάνει τη ζωή της .

Λίγο αργότερα, η Παναγιώτα κι ο άντρας της ο Δημήτρης άνοιξαν το πρώτο τους πραγματικό μαγαζί, εκεί κοντά στο παλιό στέκι της Παναγιώτας, στη γωνία Λυκούργου και Γκορτσολόγου. Ήταν ένα μικρό μαγαζάκι με ξηρούς καρπούς, καραμέλες, κάστανα βραστά, παγωτά ΕΒΓΑ, γκαζόζες κι ένα σωρό άλλα ψιλολόγια, που το έμφυτο επιχειρηματικό δαιμόνιο και η πολύχρονη εμπειρία της Παναγιώτας είχε αποτυπώσει ότι ζητούσε και αγόραζε ο κόσμος .

Λίγα χρόνια αργότερα, δίνοντας όλες τις οικονομίες τους, αγόρασαν, εκεί στις Καμάρες, ένα παλιό σπίτι με κεραμίδια και χαγιάτι στο πίσω μέρος, που όμως η Παναγιώτα έβλεπε ότι θα μπορούσε να γίνει η καρδιά και η ρίζα της νέας της ζωής. Έτσι, λοιπόν, άνοιξαν, φάτσα στις Καμάρες, ένα μαγαζί που το ονόμασαν, φυσικά… «Παναγιώτα»! Έβαλαν μέσα ξηρούς καρπούς, καραμελικά, παιχνίδια κι ένα σωρό άλλα πράγματα, που η Παναγιώτα ήξερε ότι είχανε ζήτηση. Έτσι οι δουλειές όχι μόνο πήγαιναν καλά αλλά το μαγαζί «Παναγιώτα» δέθηκε σφιχτά με τη ζωή της Σπάρτης, (έγινε σήμα κατατεθέν όπως λένε) και μάλιστα ξεπέρασε τα σύνορα της Σπάρτης, της Λακωνίας και αυτής ακόμα της Ελλάδας. Όλοι γνωρίζουν πως οι ξενιτεμένοι απανταχού της γης Σπαρτιάτες, μαζί με τη νοσταλγία της Πατρίδας στην καρδιά τους κουβαλούσαν (και κουβαλάνε ακόμα και σήμερα) τη νοσταλγία και τη μνήμη της Παναγιώτας.

Δυο χρόνια μετά την αγορά, το παλιό σπίτι και το μαγαζί γκρεμίστηκαν και οικοδομήθηκε ένα μέγαρο στο κέντρο της Σπάρτης, μ’ ένα σύγχρονο μαγαζί στο ισόγειο. Οι Σπαρτιάτες, που έβλεπαν κάποτε ένα μικρό, φτωχοντυμένο, αδύνατο κοριτσάκι με κοτσίδες να πουλά ξηρούς καρπούς  στους δρόμους, σίγουρα δεν φαντάζονταν ποτέ πως το κοριτσάκι αυτό θα κέρδιζε τον αγώνα της ζωής μόνο του , θα έφτανε τόσο ψηλά και θα πετύχαινε τόσα πολλά !

Μετά ήρθανε τα παιδιά! Τρία κορίτσια! Τ’ ανάθρεψαν με φροντίδα και αγάπη πολλή ο Δημητράκης και η Παναγιώτα. Ό,τι είχε λείψει από τη δική τους ζωή φρόντισαν να το δώσουν στα παιδιά τους, κι ακόμα περισσότερα. Και στο τέλος είδαν κι αγκάλιασαν εγγόνια! Τα όνειρα τώρα γίνονταν ζωή.

Τα χρόνια περνούσαν, το μαγαζί της Παναγιώτας, σύγχρονο και ανανεωμένο, εξακολουθούσε να δεσπόζει στο κέντρο της Σπάρτης και μέσα του, πίσω απ’ τον πάγκο, η Παναγιώτα, ώριμη πλέον, σοφή και κατασταλαγμένη ύστερα από το «ταξίδι», συνέχιζε να κάνει αυτό που έκανε πάντα: Να εργάζεται, πάντα μαζί με τον άντρα της τον Δημητράκη, με αποφασιστικότητα, γνώση, συνέπεια, υπομονή, επιμονή, πραότητα, καλοσύνη και (προ πάντων) τιμιότητα. Στα μάτια της, στο πρόσωπο, στο χαμόγελό της, είχε αποτυπωθεί ΟΛΗ αυτή η μακρόχρονη, σκληρή και ανηφορική πορεία προς το όνειρο.

Πέρασαν τα χρόνια, κάποια στιγμή η Παναγιώτα και ο Δημητράκης, συνταξιοδοτήθηκαν, το μαγαζί «Παναγιώτα» πέρασε στα χέρια της 2ης γενιάς και αργότερα της 3ης  !!!

Η Παναγιώτα με τον αγαπημένο της σύζυγο Δημήτρη, ως συνταξιούχοι πλέον, έζησαν μιαν απλή και ήρεμη ζωή, μέχρι που τον Σεπτέμβρη του 2019, «έφυγε» ήρεμα και αθόρυβα η Παναγιώτα της Σπάρτης, για να την ακολουθήσει μετά από λίγα χρόνια και ο άντρας της ο Δημήτρης, τον Δεκέμβρη του 2024  .

Σήμερα, στα 2026, έφτασε η πικρή στιγμή που «έφυγε» ΚΑΙ το ιστορικό μαγαζί «Παναγιώτα», ύστερα από μια μακρά πορεία 70 περίπου χρόνων.

Το μαγαζί της Παναγιώτας έκλεισε, αλλά δεν χάθηκε. Δεν θα χαθεί ποτέ. Γιατί ό,τι γράφεται στην καρδιά του ανθρώπου γίνεται αθάνατο, ζει για πάντα.

Όλοι εμείς, που γνωρίσαμε την Παναγιώτα και τον Δημητράκη, και κάναμε το μαγαζί «Παναγιώτα» μέρος της ζωής μας, δεν βρίσκουμε λόγια για να πούμε πόσο μας πονάει η απουσία του.

Ξέρουμε, όμως, πως το μαγαζί «Παναγιώτα» θα είναι μέσα στις ιστορίες που θα λέμε στα παιδιά και στα εγγόνια μας και πως για όσο καιρό ακόμα θα διαβαίνουμε εκεί στις Καμάρες, θα αισθανόμαστε το κατάστημα «Παναγιώτα» πάντα ανοιχτό και πίσω από τον πάγκο του θα βλέπουμε την κ. Παναγιώτα και τον κ. Δημητράκη να μας καλημερίζουν με το καλοσυνάτο τους χαμόγελο και τα φωτεινά τους μάτια και να γεμίζουν τα «σακουλάκια» της ψυχής μας με τους «εκλεκτούς ξηρούς καρπούς και τις καραμελίτσες» της αγάπης τους.

-κ. Παναγιώτα και κ. Δημήτρη, Σας ευχαριστούμε για ό,τι μας χαρίσατε τόσα χρόνια και για το παράδειγμα ζωής που αφήσατε πίσω Σας .

Θα ζείτε για πάντα στο νου και στην καρδιά μας.

 Όσο υπάρχει η Σπάρτη, όσο υπάρχουν Σπαρτιάτες δεν θα ξεχαστείτε ποτέ, ούτε Εσείς, ούτε το μαγαζί «ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ», εκεί στις Καμάρες της Σπάρτης.

*Φωτογραφία της μικρής Παναγιώτας από το βιβλίο της Αλεξάνδρας Τζινιέρη-Οικονομάκη: «Η ΣΠΑΡΤΗ (ΜΟΥ), 1912-1950»

Κλικ για σχόλιο

Αφήστε μια Απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΤΟΠΙΚΑ

Μυστράς και Μονεμβασία υπό ειδικό καθεστώς ή η υπουργός Λίνα Μενδώνη;

Αληθεύουν όσα διαδίδονται για τις Καστροπολιτείες Μυστρά και Μονεμβάσιας;

Δημοσιεύτηκε

στις

Από

ΛΑΚΩΝΙΑ. Στο πλαίσιο ημερίδας, που διεξήχθη στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, με θέμα τα Διαχειριστικά σχέδια για την προστασία και την ανάδειξη των Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, στα οποία περιλαμβάνεται από το 1989 η βυζαντινή καστροπολιτεία του Μυστρά, η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη αναφέρθηκε στη στρατηγική και στο όραμα του υπουργείου για την προστασία και την ανθεκτικότητα των μνημείων με σύγχρονους όρους. Όπως αναφέρθηκε στόχος είναι η ανάδειξή τους ως αρχαιολογικών μνημείων παγκόσμιας εμβέλειας, παράλληλα με την προστασία τους και την ισόρροπη ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής στην οποία βρίσκονται, επ’ ωφελεία της τοπικής κοινωνίας, ως χώρων υψηλής επισκεψιμότητας.

Αληθεύει ότι το έργο πυρασφάλειας και πυρόσβεσης της Καστροπολιτείας του Μυστρά έχει πρόβλημα. Ένα έργο που απαίτησε μεγάλη δαπάνη δεν λειτούργησε. Ποιος ευθύνεται; Ποιος εξασφαλίζει ότι σε ενδεχόμενη απειλή θα λειτουργήσει; Τι ακριβώς συνέβη και ένα ολόκληρο δίκτυο δεν ενεργοποιήθηκε;

Αληθεύει ότι το έργο του Τελεφερίκ στην Καστροπολιτεία της Μονεμβασιάς δεν έχει οικοδομική άδεια ή δεν χρειάζεται να έχει τέτοια άδεια; Κάτω από ποιες προϋποθέσεις χρειάζεται οικοδομική άδεια; Τα αρχαία που βρέθηκαν ποιάς σημασίας είναι και πόσο επηρεάζουν το έργο; Τι αποφάσισε το ΚΑΣ; Αληθεύει ότι η κλίμακα και η ένταση του τελεφερίκ είναι αιτία να απενταχθεί η καστροπολιτεία από τη λίστα προστασίας της Unesco; Είναι σε θέση η υπουργός να προχωρήσει σε μια ανοικτή ενημέρωση προς φορείς και πολίτες της Μονεμβάσιας και του Μυστρά για τα θέματα αυτά; Το υπουργείο Πολιτισμού διέπεται από τις αρχές λειτουργίας και λογοδοσίας όπως όλα τα άλλα υπουργεία ή τελεί υπο ειδικό καθεστώς και ποιο είναι αυτό;

 

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟΠΙΚΑ

Κοιτά ο Λεωνίδας

Δημοσιεύτηκε

στις

Από

Άγρυπνος φρουρός της πόλης. Υπάρχει ακόμα ανάγκη. 7 εκατομμύρια πρωινά και άλλες τόσες νύκτες στέκει και κοιτά. Βλέπει μπροστά από τον ήλιο παλικάρια να σηκώνουν τις γροθιές. Βλέπει και ίσκιους τη νύκτα με φεγγάρι να γλιστρούν στης προδοσίας τα στενά.

Λεωνίδας. Βασιλιάς. Πολεμιστής. Πατέρας. Άνδρας γυναίκας. Έκτοτε, κανείς δεν τίμησε την θυσία του παρά μόνον ελάχιστοι. Και πήρε η ματιά του χάλκινη σάρκα για αγρύπνια στην πόλη του.

Κοιτά και βλέπει ανώνυμους και επώνυμους, άλλοι να πέφτουν και να δοξάζονται και άλλοι να δοξάζονται και να πέφτουν. Σκιά του στα πύρινα καλοκαίρια τα νοερά του Ταυγέτου αετόπουλα που πάνω του γυρνούν στου χρόνου το αγώι. Δροσιά, του Ευρώτα η αχνή ανάσα. Φοίνικες βασιλικοί ορίζουν την ματιά του. Ξένοι πολλοί στα πόδια του. Σπαρτιάτες λίγοι στ΄ όνομά του. Μα όπως τότε και τώρα δεν γυρνά στου νου την μικροπρέπεια. Ψυχή που δεν χωρά σε ανθρώπινη αγκαλιά και Χρέος που ζυγίζει όσο ο χρυσός του κόσμου πολλές φορές μαζί.

Κοιτά ο Λεωνίδας και βλέπει όσα κανένας δεν μπορεί. Βλέπει σπίθες που αγωνίζονται να βρουν την πνοή του γόνου. Σπίθες που πριν πορφυρίσουν χάνονται στον άτιμο αέρα.

Κοιτά και βλέπει, που και που, Σπαρτιάτες. Με γυμνασμένη την ψυχή και την καρδιά γεμάτη. Άλλοι τραβούν προς τον Βορρά μια Πόλη να λυτρώσουν. Έτσι κι αυτοί πέφτουν σπορά στης Σπάρτης το χωράφι. Άλλοι προς την Ανατολή, άλλοι προς την Δύση και αυτών που η μάνα τυχερή, τους έλαχε ο Νότος. Και εκεί που κάπνα και κακό νομίζεις πως πηγάζουν, έξαφνα φώς και αρώματα και μύρα αναβλύζουν, φορούν λευκό πανί, χακί σκουτί, γαλάζια μάτια έχουν και για φωτιά κόκκινα τα μαντήλια δένουν. Κι’ έχουν το ίδιο βάδισμα μ’ αυτόν.  Κωνσταντίνος, Ζαχαριάς, Χρήστος, Νικόλας, Παναγιώτης… Πότε μονάχοι σαν θεριά, πότε 11, 30, πότε 100 και 18 και πότε μια χιλιάδα.

Ακίνητος κοιτά ο Λεωνίδας, σαν το θεριό που σε παραμονεύει και σου παγώνει την ψυχή. Ακίνητος γιατί θα δει στο γύρισμα του ήλιου λεπρούς με όμορφα άλογα αλλά ψυχές χαμένες να  θέλουν  νάχουν μετρικό στου Θρύλου το τραπέζι. Μαύροι μες την κενότητα, ίδιο το μαύρο δείχνει και προ Χριστού και προ Χαμού και σαν νεκρό μυρίζει. Δεν λείπουν και δεν χάνονται τα μαύρα τα κοράκια, γύπες που ανταρεύονται πάντα με ξένες πλάτες και όταν ξεμονεύονται σκουλήκια του θανάτου.

Κοιτά και βλέπει ο Βασιλιάς και ακούει ένα κλάμα. Κλάμα μικρό, κλάμα καλό, κλάμα ευλογημένο. Και όταν μετρά χαμόγελα είναι ίσα με το κλάμα και όταν μετρά τα λόγια τους σαν νάναι στα χαμένα και όταν μετρά τα έργα τους είναι ξενιτεμένα.

Κοιτά ο μαχητής μιας πόλης που δακρύζει. Μιας πόλης που τέτοιο χαμό δεν φτιάχτηκε να αξίζει. Κοιτά ο Βασιλιάς ακίνητος αέρας. Και περιμένει Θεούς και Δαίμονες τον ύπνο να ξυπνήσουν και άνδρες, γυναίκες και παιδιά να μην ξαναλυγίσουν. Να σηκωθούν, να κοιταχτούν, να αγκαλιαστούν, να έρθουν για μια Ιδέα και μια Αρχή, για μια Πατρίδα και μια Ψυχή.

Διαβάστε περισσότερα

ΤΟΠΙΚΑ

Προκαλεί  η Λίνα Μενδώνη – Μυστράς και Σπάρτη είναι Οχυρά και όχι Μουσεία

Προκαλεί  η Λίνα Μενδώνη – Μυστράς και Σπάρτη είναι Οχυρά Ιστορικής Αλήθειας και Εθνικής Μνήμης και όχι Μουσεία

Δημοσιεύτηκε

στις

Από

ΜΥΣΤΡΑΣ. Δύο μέρες πριν από την έναρξη του Προγράμματος των εορταστικών εκδηλώσεων των Παλαιολογείων, στη Σπάρτη, η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, προκαλεί την κοινή γνώμη και την κοινή λογική προγραμματίζοντας επίσκεψη του πρωθυπουργού στα Παλάτια των Παλαιολόγων αλλά όχι και συμμετοχή του στον εορτασμό της επετείου Άλωσης της Πόλης το 1453.

Τι συμβαίνει; Πρόκειται για απαξίωση; Υπάρχει κάποιος φόβος ότι η παρουσία του Πρωθυπουργού θα πυροδοτήσει κάτι; Δεν αξιολογήθηκε αναλόγως; Πρόκειται για ηθελημένη μεθόδευση ή για αστοχία; Ποιος θα εκπροσωπήσει την Κυβέρνηση στα Παλαιολόγεια και γιατί Μητσοτάκης και Μενδώνη απέχουν από τον εορτασμό;

Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη σημασία και αξία που έχει το άνοιγμα των αναστηλωμένων Παλατιών του Μυστρά. Έργο σημαντικό των Αρχαιολόγων. Τα Παλάτια αυτά είναι το σπίτι του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Εγκαινιάζονται γύρω στις 22 Μαίου. Στις 29 Μαίου ο Παλαιολόγος έπεσε μαχόμενος στην Πόλη. Δεν θα έπρεπε τα δύο γεγονότα να συνδεθούν; Ποια καλύτερη ευκαιρία; Υπάρχει κάποιος λόγος για υποβάθμιση της Επετείου ή για τήρηση αποστάσεων από το ιστορικό γεγονός; Δεν θα μπορούσαν Πρωθυπουργός και Υπουργός Πολιτισμού να είναι παρόντες την 29η Μαίου; Δεν αντιλαμβάνεται η επισπεύδουσα κ. Μενδώνη την προσβολή προς την κοινωνία της Σπάρτης και του Μυστρά; Και την απογοήτευση… Γιατί ένα τόσο σημαντικό έργο – γεγονός δεν ταυτίζεται ουσιαστικά, πολιτικά, πολιτισμικά, επικοινωνιακά, με την ιστορική Επέτειο; Μίλησε κανείς στην υπουργό, που ίσως έχει βεβαρυμμένο πρόγραμμα και αδυναμία προσέγγισης των δεδομένων όπως αρμόζει; Αντιλαμβάνεται η ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού ότι δεν καθορίζει αλλά υπηρετεί τον Πολιτισμό, ειδικά όταν αυτός υποκλίνεται επί 573 χρόνια στην Ιστορική Αλήθεια;

Θυμίζουμε δε ότι ενώ θα εγκαινιάζονται τα Παλάτια, ένας Σπαρτιάτης και μια Σπαρτιάτισσα, θα παραμένουν φυλακισμένοι στην Κωνσταντινούπολη από το καθεστώς Ερντογάν, επειδή επέδειξαν στην Αγία Σοφιά την Ελληνικά Σημαία με τον Δικέφαλο Αετό στον Σταυρό.

Αναρωτιέται ο πολίτης: Αν ένας Τούρκος επεδείκνυε την Τουρκική σημαία μέσα στα Παλάτια των Παλαιολόγων θα φυλακιζόταν από την Ελληνική Πολιτεία;

Υπάρχει τελικά συναίσθηση, συνείδηση, ευθύνη και αντίληψη ώστε να γίνει κατανοητό ότι αυτός ο τόπος, ο Μυστράς, αυτή η πόλη, η Σπάρτη, είναι «καταδικασμένα» οχυρά Ιστορικής Αλήθειας και Εθνικής Μνήμης;

Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ας αναθεωρήσει το Πρόγραμμά του και ας είναι ο Μέγας Παρών στα Παλαιολόγεια.

 

Διαβάστε περισσότερα

ΔΗΜΟΦΙΛΗ